littéraire
li
li
λι
tté
te
τε
raire
ʁaɛ̯ʁ
ραερ
littérature

Ορισμός και σημασία του "littéraire"στα γαλλικά

littéraire
01

λογοτεχνικός, λογοτεχνική

qui concerne la littérature ou les lettres 
littéraire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
littéraire
αρσενικό πληθυντικό
littéraires
θηλυκό ενικό
littéraire
θηλυκό πληθυντικό
littéraires
θεματικό πεδίο
littérature, culture, éducation
Παραδείγματα
Elle a un talent littéraire remarquable. 

Έχει μια αξιοσημείωτη λογοτεχνική ικανότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store