Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lifting
01
λίφτινγκ, ανάταση προσώπου
opération chirurgicale visant à retendre la peau du visage pour réduire les rides ou les signes du vieillissement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
liftings
Παραδείγματα
Il existe différentes techniques de lifting selon les besoins du patient.
Υπάρχουν διαφορετικές τεχνικές lifting ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.



























