Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lien
01
σύνδεσμος, σύνδεση
adresse URL permettant d'accéder à une page web ou un document en ligne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
liens
Παραδείγματα
Envoie-moi le lien de cet article, s'il te plaît.
02
δεσμός, σύνδεσμος
ce qui unit ou relie deux éléments, qu'il s'agisse de personnes, d'idées, de sentiments ou d'objets
Παραδείγματα
Il y a un lien fort entre ces deux amis.



























