la levure
le
vure
ˈvʏʁ
vur

Ορισμός και σημασία του "levure"στα γαλλικά

01

μαγιά, ζύμη

substance utilisée pour faire lever la pâte 
la levure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
On ajoute de la levure pour faire gonfler le pain. 

Προσθέτουμε μαγιά για να φουσκώσει το ψωμί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store