Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lettre
[gender: feminine]
01
γράμμα, σύμβολο
symbole écrit qui compose un alphabet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lettres
Παραδείγματα
Les enfants reconnaissent bien les lettres.
Τα παιδιά αναγνωρίζουν καλά τα γράμματα.
02
γράμμα, επιστολή
message écrit envoyé à une personne
Παραδείγματα
Nous attendons une lettre importante.
Περιμένουμε ένα σημαντικό γράμμα.



























