la lessive
le
le
ssive
sɪv
siv

Ορισμός και σημασία του "lessive"στα γαλλικά

01

πλύση, απορρυπαντικό

linge sale à laver ou produit utilisé pour laver le linge 
la lessive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il faut faire la lessive ce week-end. 

Πρέπει να κάνουμε το πλύσιμο αυτό το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store