Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La laïcité
01
λαϊκισμός, κοσμικότητα
le principe de neutralité religieuse de l'État et des institutions publiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La laïcité interdit aux maires de décorer les mairies avec des sapins de Noël.
Η κοσμικότητα απαγορεύει στους δημάρχους να διακοσμούν τα δημαρχεία με χριστουγεννιάτικα δέντρα.
02
λαϊκότητα, κοσμικότητα
principe de séparation entre l'État et les religions, avec neutralité du pouvoir public
Παραδείγματα
La laïcité est un pilier de la République française.
Ο κοσμικισμός είναι ένας πυλώνας της Γαλλικής Δημοκρατίας.



























