la layette
la
le
yette
jɛt
yet
lavette

Ορισμός και σημασία του "layette"στα γαλλικά

01

νεογνικό κουβάρι, νεογνική τρουσό

trousseau pour nouveau- né comprenant vêtements et accessoires 
la layette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
layettes
Παραδείγματα
La grand-mère a offert une belle layette pour le bébé. 

Η γιαγιά προσέφερε ένα όμορφο προικιό για το μωρό.

02

συρτάρι ντουλαπιού, συρτάρι κομόδας

tiroir de commode spécialement aménagé 
la layette definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai rangé mes sous-vêtements dans la layette du haut. 

Έβαλα τα εσώρουχά μου στο πάνω συρτάρι.

03

θάλαμος επέκτασης, πρόσθετος επεκτάσιμος θάλαμος

compartiment supplémentaire extensible (pour meubles ou rangement) 
Παραδείγματα
J'ai rangé les couvertures dans la layette du canapé. 

Έβαλα τις κουβέρτες στο επεκτάσιμο διαμέρισμα του καναπέ.

01

μπλε μωρού, ανοιχτό και απαλό μπλε

de couleur bleu clair et doux (comme les vêtements de bébé) 
layette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
layette
αρσενικό πληθυντικό
layette
θηλυκό ενικό
layette
θηλυκό πληθυντικό
layette
Παραδείγματα
Elle a des yeux bleu layette magnifiques. 

Έχει υπέροχα μπλε layette μάτια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store