la lampe
lampe
lɑ̃p
laap
lampée

Ορισμός και σημασία του "lampe"στα γαλλικά

01

λάμπα, λάμπα

appareil qui éclaire une pièce ou un endroit 
la lampe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lampes
Παραδείγματα
La lampe est allumée dans la chambre. 

Η λάμπα είναι αναμμένη στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store