le lacet
Pronunciation
/lasɛ/

Ορισμός και σημασία του "lacet"στα γαλλικά

Le lacet
[gender: masculine]
01

κορδόνι, ταινία

cordon utilisé pour attacher ou serrer les chaussures
le lacet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lacets
Παραδείγματα
Fais attention à ne pas trébucher sur tes lacets.
Πρόσεχε να μην σκοντάψεις στα κορδόνια σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store