Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le laboratoire
01
εργαστήριο, εργαστήριο έρευνας
lieu équipé pour faire des expériences ou des analyses scientifiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
laboratoires
Παραδείγματα
Le laboratoire effectue des tests pour contrôler la qualité des produits.
Το εργαστήριο πραγματοποιεί δοκιμές για τον έλεγχο της ποιότητας των προϊόντων.



























