Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le kilomètre
[gender: masculine]
01
unité de mesure de longueur qui vaut mille mètres
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kilomètres
Παραδείγματα
J' ai fait cinq kilomètres à pied



























