Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le kilomètre
01
unité de mesure de longueur qui vaut mille mètres
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kilomètres
Παραδείγματα
La plage est à trois kilomètres d'ici.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unité de mesure de longueur qui vaut mille mètres