Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
juger
01
κρίνω, αξιολογώ
donner son avis ou décider si quelqu'un a raison ou tort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
juge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
jugeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
jugerai
ενεστώτα μετοχή
jugeant
παθητική μετοχή
jugé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
jugions
Παραδείγματα
Le tribunal va juger cette affaire demain.
Το δικαστήριο θα κρίνει αυτή την υπόθεση αύριο.



























