juger
ju
ʒy
zhy
ger
ʒe
zhe
jaugerjurerjuter

Ορισμός και σημασία του "juger"στα γαλλικά

01

κρίνω, αξιολογώ

donner son avis ou décider si quelqu'un a raison ou tort 
juger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
juge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
jugeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
jugerai
ενεστώτα μετοχή
jugeant
παθητική μετοχή
jugé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
jugions
Παραδείγματα
Il ne faut pas juger les autres trop vite. 

Δεν πρέπει να κρίνεις τους άλλους πολύ γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store