Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jugement
[gender: masculine]
01
κρίση, απόφαση
décision prise par un juge ou une personne
Παραδείγματα
Le bon jugement est important dans la vie.
Η καλή κρίση είναι σημαντική στη ζωή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κρίση, απόφαση