Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joyeux
01
χαρούμενος, ευτυχισμένος
qui ressent ou exprime de la joie, du bonheur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus joyeux
συγκριτικός βαθμός
plus joyeux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
joyeux
αρσενικό πληθυντικό
joyeux
θηλυκό ενικό
joyeuse
θηλυκό πληθυντικό
joyeuses
Παραδείγματα
Elle est toujours joyeuse le matin.
Είναι πάντα χαρούμενη το πρωί.
02
χαρούμενος, ευδιάθετος
qui donne une impression de gaieté ou de bonne humeur
Παραδείγματα
Il portait un costume joyeux avec des couleurs vives.
Φορούσε ένα χαρούμενο κοστούμι με ζωηρά χρώματα.
03
ευτυχισμένος, χαρούμενος
qui marque une célébration ou un souhait heureux
Παραδείγματα
Joyeux anniversaire !
Joyeux anniversaire !



























