Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jovial
01
χαρούμενος, εύθυμος
qui est joyeux, gai et plein d'entrain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus jovial
συγκριτικός βαθμός
plus jovial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jovial
αρσενικό πληθυντικό
joviaux
θηλυκό ενικό
joviale
θηλυκό πληθυντικό
joviales
Παραδείγματα
Il est toujours jovial le matin.
Είναι πάντα εύθυμος το πρωί.
Λεξικό Δέντρο
jovial
jove



























