la jointure
jointure
ʒwɛ̃tyʁ
zhvetyr

Ορισμός και σημασία του "jointure"στα γαλλικά

01

άρθρωση, άρθρωση δακτύλου

partie du corps où deux os se rejoignent, en particulier au niveau des doigts ou des mains 
la jointure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jointures
Παραδείγματα
La jointure de son index était enflée après le choc. 

Η άρθρωση του δείκτη του ήταν πρησμένη μετά την πρόσκρουση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store