Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeton
01
ζετόν, μάρκα
petite pièce ou marque utilisée comme monnaie symbolique, coupon ou pour représenter quelque chose dans un jeu ou un système
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jetons
Παραδείγματα
On utilise un jeton pour ouvrir le casier à la piscine.
Χρησιμοποιούμε ένα token για να ανοίξουμε το ντουλάπι στην πισίνα.
02
sensation de peur, d'angoisse ou de panique soudaine
Παραδείγματα
Elle a eu les jetons en voyant le serpent.



























