Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
isolé
01
عایقبندیشده, ایزوله
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
isolés
θηλυκό ενικό
isolée
θηλυκό πληθυντικό
isolées
Παραδείγματα
Attention, tous les paquets doivent être bien isolés.
02
تنها, منزوی
Παραδείγματα
Les marins se sentent parfois isolés.



























