irrésolu
Pronunciation
/iʁezɔlˈy/

Ορισμός και σημασία του "irrésolu"στα γαλλικά

01

qui manque de décision, hésitant

irrésolu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus irrésolu
συγκριτικός βαθμός
plus irrésolu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irrésolu
αρσενικό πληθυντικό
irrésolus
θηλυκό ενικό
irrésolue
θηλυκό πληθυντικό
irrésolues
Παραδείγματα
Il paraît irrésolu quand il parle de son avenir.
L'irrésolu
[gender: masculine]
01

αποφασιστικός άνθρωπος, αναποφάσιστος

personne qui manque de décision, qui hésite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
irrésolus
Παραδείγματα
Une irrésolue aura toujours du mal à prendre une décision importante.
Ένα άτομο αναποφάσιστο θα δυσκολεύεται πάντα να πάρει μια σημαντική απόφαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store