Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrésistible
01
ανυπόστατος, ανυπόστατος
impossible de résister, qui attire fortement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus irrésistible
συγκριτικός βαθμός
plus irrésistible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irrésistible
αρσενικό πληθυντικό
irrésistibles
θηλυκό ενικό
irrésistible
θηλυκό πληθυντικό
irrésistibles
Παραδείγματα
Son charme est irrésistible.
Η γοητεία του είναι ανυπόστατη.
02
ανυπόστατος, πειστικός
qui convainc facilement, dont on ne peut contester la force ou la logique
Παραδείγματα
Son argument était irrésistible et a convaincu tout le monde.
Το επιχείρημά του ήταν ακαταμάχητο και έπεισε όλους.
03
ανεξέλεγκτος, ακατάσχετος
qui ne peut être retenu ou contrôlé, surtout un rire , une émotion ou une réaction
Παραδείγματα
Son rire était irrésistible et contagieux.
Το γέλιο του ήταν ανυπόστατο και μεταδοτικό.



























