Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'irritation
[gender: feminine]
01
ενόχληση, θυμός
état d'agacement ou de colère passager
Παραδείγματα
Une petite erreur peut provoquer une grande irritation.
Ένα μικρό λάθος μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ενόχληση.
02
ερεθισμός
réaction de gêne ou de douleur sur la peau, les muqueuses ou un organe, souvent causée par un stimulus externe ou une allergie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Une irritation chronique peut nécessiter un traitement médical.
Μια χρόνια ερεθισμός μπορεί να απαιτεί ιατρική θεραπεία.
Λεξικό Δέντρο
irritation
irritate



























