Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresponsable
01
qui ne montre pas de sérieux ni de sens des responsabilités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus irresponsable
συγκριτικός βαθμός
plus irresponsable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irresponsable
αρσενικό πληθυντικό
irresponsables
θηλυκό ενικό
irresponsable
θηλυκό πληθυντικό
irresponsables
Παραδείγματα
C'est un comportement irresponsable.
02
ανεύθυνος, απερίσκεπτος
qui agit sans réfléchir ni mesurer les conséquences
Παραδείγματα
C'est une décision irresponsable de sa part.
Είναι μια ανεύθυνη απόφαση από την πλευρά του.
03
ανεύθυνος, όχι πλήρως υπεύθυνος
qui a une responsabilité atténuée ou limitée
Παραδείγματα
Il est irresponsable pénalement à cause de son âge.
Είναι ανεύθυνος ποινικά λόγω της ηλικίας του.
L'irresponsable
01
ανεύθυνο πρόσωπο
personne qui ne respecte pas ses devoirs ou qui agit sans sérieux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
irresponsables
Παραδείγματα
C'est un irresponsable qui ne fait jamais son travail.
Είναι ένας ανεύθυνος που δεν κάνει ποτέ τη δουλειά του.



























