inéluctable
iné
ine
ine
luc
lyk
lyk
table
tabl
tabl
inestimablecritiquableinabordableinamourable

Ορισμός και σημασία του "inéluctable"στα γαλλικά

inéluctable
01

αναπόφευκτος, αναπότρεπτος

qui ne peut être évité ou empêché 
inéluctable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inéluctable
αρσενικό πληθυντικό
inéluctables
θηλυκό ενικό
inéluctable
θηλυκό πληθυντικό
inéluctables
Παραδείγματα
Le vieillissement est un processus inéluctable. 

Η γήρανση είναι μια αναπόφευκτη διαδικασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store