l'invité
invité
ɛ̃vite
evite
inviter

Ορισμός και σημασία του "invité"στα γαλλικά

01

επισκέπτης, καλεσμένος

personne que l'on reçoit ou que l'on invite à un lieu ou à un événement 
l'invité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
invités
Παραδείγματα
Les invités arrivent à huit heures. 

Οι επισκέπτες φτάνουν στις οκτώ.

02

επισκέπτης, καλεσμένος

personne extérieure invitée à intervenir dans une émission de télévision, de radio ou un podcast 
Παραδείγματα
L'invité de l'émission est un écrivain. 

Ο καλεσμένος της εκπομπής είναι συγγραφέας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store