Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'invité
01
επισκέπτης, καλεσμένος
personne que l'on reçoit ou que l'on invite à un lieu ou à un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
invités
Παραδείγματα
Les invités arrivent à huit heures.
Οι επισκέπτες φτάνουν στις οκτώ.
02
επισκέπτης, καλεσμένος
personne extérieure invitée à intervenir dans une émission de télévision, de radio ou un podcast
Παραδείγματα
L'invité de l'émission est un écrivain.
Ο καλεσμένος της εκπομπής είναι συγγραφέας.



























