Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intérim
01
προσωρινή εργασία, προσωρινή απασχόληση
emploi temporaire pour remplacer quelqu'un ou répondre à un besoin ponctuel
Παραδείγματα
Il fait de l'intérim dans plusieurs entreprises.
Κάνει προσωρινή εργασία σε διάφορες εταιρείες.
02
προσωρινή περίοδος, μεταβατική περίοδος
temps pendant lequel une situation normale est suspendue et remplacée temporairement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'intérim entre deux directeurs a duré un mois.
Η υπηρεσιακή περίοδος μεταξύ δύο διευθυντών διήρκεσε ένα μήνα.
03
υπηρεσία υπηρεσιακής θητείας, προσωρινή θέση
période pendant laquelle une personne assure la responsabilité d'un poste pour quelqu'un d'autre
Παραδείγματα
Elle assure l'intérim du directeur pendant son absence.
Εξασφαλίζει την υπηρεσιακή θητεία του διευθυντή κατά την απουσία του.



























