Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intérieur
01
εσωτερικό, μέρος μέσα
espace situé dedans ou au milieu de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intérieurs
Παραδείγματα
Il a caché la clé à l' intérieur du tiroir.
Έκρυψε το κλειδί στο εσωτερικό του συρταριού.
intérieur
01
εσωτερικός, μέσα
qui se trouve à l'intérieur, dans une chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intérieur
αρσενικό πληθυντικό
intérieurs
θηλυκό ενικό
intérieure
θηλυκό πληθυντικό
intérieures
Παραδείγματα
Le mécanisme intérieur de la montre est complexe.
Ο εσωτερικός μηχανισμός του ρολογιού είναι πολύπλοκος.



























