Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intégrer
01
ενσωματώνω, ενσωματώνω
ajouter un élément à un ensemble de manière cohérente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
intègre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
intégrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
intégrerai
ενεστώτα μετοχή
intégrant
παθητική μετοχή
intégré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
intégrions
Παραδείγματα
L' architecte intègre des matériaux locaux.
Ο αρχιτέκτονας ενσωματώνει τοπικά υλικά.
02
περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις, επιτύχει στο διαγωνισμό εισαγωγής
réussir un concours ou examen pour entrer dans une institution
Παραδείγματα
Ils ont intégré l' ENS après deux ans de prépa.
Εισήλθαν στην ENS μετά από δύο χρόνια προπαρασκευαστικής σχολής.
03
προσαρμόζομαι, ενσωματώνομαι
s'adapter à un environnement
Παραδείγματα
L' entreprise s' intègre au marché asiatique.
Η εταιρεία ενσωματώνεται στην ασιατική αγορά.



























