intégrer
intégrer
ɛ̃tegʁe
etegre
intégré

Ορισμός και σημασία του "intégrer"στα γαλλικά

intégrer
01

ενσωματώνω, ενσωματώνω

ajouter un élément à un ensemble de manière cohérente 
intégrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
intègre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
intégrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
intégrerai
ενεστώτα μετοχή
intégrant
παθητική μετοχή
intégré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
intégrions
Παραδείγματα
Le chef intègre des épices rares dans sa recette. 

Ο σεφ ενσωματώνει σπάνια μπαχαρικά στη συνταγή του.

02

περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις, επιτύχει στο διαγωνισμό εισαγωγής

réussir un concours ou examen pour entrer dans une institution 
intégrer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a intégré l'École Polytechnique. 

Εκείνη πέρασε στην École Polytechnique.

03

προσαρμόζομαι, ενσωματώνομαι

s'adapter à un environnement 
intégrer definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'intègre rapidement aux nouvelles équipes. 

Ενσωματώνεται γρήγορα στις νέες ομάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store