Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intégrer
01
ενσωματώνω, ενσωματώνω
ajouter un élément à un ensemble de manière cohérente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
intègre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
intégrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
intégrerai
ενεστώτα μετοχή
intégrant
παθητική μετοχή
intégré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
intégrions
Παραδείγματα
Le chef intègre des épices rares dans sa recette.
Ο σεφ ενσωματώνει σπάνια μπαχαρικά στη συνταγή του.
02
περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις, επιτύχει στο διαγωνισμό εισαγωγής
réussir un concours ou examen pour entrer dans une institution
Παραδείγματα
Elle a intégré l'École Polytechnique.
Εκείνη πέρασε στην École Polytechnique.
03
προσαρμόζομαι, ενσωματώνομαι
s'adapter à un environnement
Παραδείγματα
Il s'intègre rapidement aux nouvelles équipes.
Ενσωματώνεται γρήγορα στις νέες ομάδες.



























