Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intégration
01
ενσωμάτωση, ολοκλήρωση
action d'unir, de rassembler ou de combiner des éléments pour former un tout cohérent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' intégration de ces composants forme un système complet.
Η ενσωμάτωση αυτών των στοιχείων σχηματίζει ένα πλήρες σύστημα.



























