Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'introduction
01
είσοδος, πρόσβαση
fait d'entrer dans un lieu, le moment où l'on pénètre quelque part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
introductions
Παραδείγματα
L' introduction de la nouvelle élève a attiré l' attention de la classe.
Η εισαγωγή της νέας μαθήτριας τράβηξε την προσοχή της τάξης.
02
εισαγωγή, πρόλογος
partie au début d'un livre où l'auteur ou un autre écrivain présente le sujet, les objectifs ou le contexte de l'ouvrage, de façon générale
Παραδείγματα
Dans l' introduction, l' auteur avance une question centrale qui guide tout l' ouvrage.
Στην εισαγωγή, ο συγγραφέας προβάλλει μια κεντρική ερώτηση που καθοδηγεί όλο το έργο.
03
-, -
Παραδείγματα
Une introduction à la philosophie hégélienne
04
-, -
Παραδείγματα
Introduction de produits étrangers une ville
Λεξικό Δέντρο
introduction
introduct



























