Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'introduction
01
είσοδος, πρόσβαση
fait d'entrer dans un lieu, le moment où l'on pénètre quelque part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
introductions
Παραδείγματα
Son introduction dans la salle a surpris tout le monde.
Η είσοδός του στο δωμάτιο εξέπληξε όλους.
02
εισαγωγή, πρόλογος
partie au début d'un livre où l'auteur ou un autre écrivain présente le sujet, les objectifs ou le contexte de l'ouvrage, de façon générale
Παραδείγματα
L'introduction explique les raisons qui ont poussé l'auteur à écrire ce livre.
Η εισαγωγή εξηγεί τους λόγους που ώθησαν τον συγγραφέα να γράψει αυτό το βιβλίο.
03
- , -
Παραδείγματα
Une introduction à la philosophie hégélienne
04
- , -
Παραδείγματα
Introduction de produits étrangers une ville
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
introduction
introduct



























