Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'insécurité
01
ανασφάλεια, αίσθημα κινδύνου
absence de sécurité, sentiment de danger ou de peur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
insécurités
Παραδείγματα
L' insécurité peut affecter la qualité de vie.
Η ανασφάλεια μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής.



























