l'insécurité
Pronunciation
/ɛ̃sekyʀite/

Ορισμός και σημασία του "insécurité"στα γαλλικά

L'insécurité
01

ανασφάλεια, αίσθημα κινδύνου

absence de sécurité, sentiment de danger ou de peur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
insécurités
Παραδείγματα
L' insécurité peut affecter la qualité de vie.
Η ανασφάλεια μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store