instructif
instructif
ɛ̃stʁyktif
estryktif
instinctif

Ορισμός και σημασία του "instructif"στα γαλλικά

instructif
01

διδακτικός, εκπαιδευτικός

qui fournit des informations, des connaissances ou des enseignements utiles 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus instructif
συγκριτικός βαθμός
plus instructif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
instructif
αρσενικό πληθυντικό
instructifs
θηλυκό ενικό
instructive
θηλυκό πληθυντικό
instructives
θεματικό πεδίο
éducation, information, apprentissage
Παραδείγματα
Ce livre est très instructif pour les débutants. 

Αυτό το βιβλίο είναι πολύ διαφωτιστικό για αρχάριους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store