Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhaler
01
εισπνέω, αναπνέω
respirer de l'air ou une substance par le nez ou la bouche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inhale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inhalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inhalerai
παθητική μετοχή
inhalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inhalions
Παραδείγματα
Les fumeurs inhalent souvent la fumée sans s' en rendre compte.
Οι καπνιστές συχνά εισπνέουν τον καπνό χωρίς να το αντιλαμβάνονται.



























