inhaler
inh
in
in
a
a
a
ler
le
le

Ορισμός και σημασία του "inhaler"στα γαλλικά

inhaler
01

εισπνέω, αναπνέω

respirer de l'air ou une substance par le nez ou la bouche 
inhaler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inhale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inhalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inhalerai
παθητική μετοχή
inhalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inhalions
Παραδείγματα
Il inhale profondément avant de plonger. 

Εισπνέει βαθιά πριν βουτήξει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store