Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingénieux
01
ευφυής, δημιουργικός
qui fait preuve d'intelligence et de créativité pour résoudre des problèmes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ingénieux
συγκριτικός βαθμός
plus ingénieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ingénieux
αρσενικό πληθυντικό
ingénieux
θηλυκό ενικό
ingénieuse
θηλυκό πληθυντικό
ingénieuses
Παραδείγματα
Ce système ingénieux permet d' économiser beaucoup d' énergie.
Αυτό το ευφυές σύστημα επιτρέπει την εξοικονόμηση πολλής ενέργειας.



























