Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infuser
01
αφήνω να εγχυματιστεί, βράζω
laisser du thé, des herbes ou des plantes dans de l'eau chaude pour que la saveur se diffuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
infuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
infusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
infuserai
παθητική μετοχή
infusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
infusions
Παραδείγματα
J' aime infuser des fleurs séchées pour faire des tisanes.
Μου αρέσει να απορροφώ αποξηραμένα λουλούδια για να φτιάχνω βότανα τσάι.



























