Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infuser
01
αφήνω να εγχυματιστεί, βράζω
laisser du thé, des herbes ou des plantes dans de l'eau chaude pour que la saveur se diffuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
infuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
infusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
infuserai
παθητική μετοχή
infusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
infusions
Παραδείγματα
Elle a laissé infuser le thé cinq minutes.
Άφησε το τσάι να αποσταχθεί για πέντε λεπτά.



























