influencer
Pronunciation
/ɛ̃flyɑ̃se/

Ορισμός και σημασία του "influencer"στα γαλλικά

influencer
01

επηρεάζω, επιδρά

avoir un effet sur quelqu'un ou quelque chose
influencer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
influence
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
influençons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
influencerai
ενεστώτα μετοχή
influençant
παθητική μετοχή
influencé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
influencions
Παραδείγματα
Les événements mondiaux influencent l' économie locale.
Τα παγκόσμια γεγονότα επηρεάζουν την τοπική οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store