Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'infection
01
μόλυνση, μετάδοση
intrusion de microbes dans le corps provoquant une maladie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
infections
Παραδείγματα
Il a une infection de l'oreille.
Έχει μόλυνση στο αυτί.
02
δυσωδία, βρόμα
état de quelque chose qui sent mauvais ou qui est en décomposition
Παραδείγματα
L'infection dans la poubelle est insupportable.
Η μόλυνση στον κάδο απορριμμάτων είναι αβάσταχτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
infection
infect



























