l'infection
infection
ɛ̃fɛksjɔ̃
efeksyaw
infractioninflationinspectioninaction

Ορισμός και σημασία του "infection"στα γαλλικά

01

μόλυνση, μετάδοση

intrusion de microbes dans le corps provoquant une maladie 
l'infection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
infections
Παραδείγματα
Il a une infection de l'oreille. 

Έχει μόλυνση στο αυτί.

02

δυσωδία, βρόμα

état de quelque chose qui sent mauvais ou qui est en décomposition 
Παραδείγματα
L'infection dans la poubelle est insupportable. 

Η μόλυνση στον κάδο απορριμμάτων είναι αβάσταχτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store