Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'indépendance
01
ανεξαρτησία
situation d'une personne, d'un pays ou d'une institution qui n'est pas soumis à une autorité ou à une influence extérieure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'indépendance de ce pays a été proclamée en 1960.
Η ανεξαρτησία αυτής της χώρας κηρύχθηκε το 1960.



























