Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'incrédulité
[gender: feminine]
01
απιστία, σκεπτικισμός
état de celui qui ne croit pas ou doute de quelque chose
Παραδείγματα
Leur incrédulité a disparu après avoir vu les preuves.
Η δυσπιστία τους εξαφανίστηκε αφού είδαν τις αποδείξεις.
02
απιστία, δυσπιστία
refus de croire en une religion ou une doctrine spirituelle
Παραδείγματα
L' incrédulité des philosophes des Lumières a changé l' Europe.
Η απιστία των φιλοσόφων του Διαφωτισμού άλλαξε την Ευρώπη.



























