l'incrédulité
incrédulité
ɛ̃kʁed͡zylite
ekredzylite

Ορισμός και σημασία του "incrédulité"στα γαλλικά

L'incrédulité
01

απιστία, σκεπτικισμός

état de celui qui ne croit pas ou doute de quelque chose 
l'incrédulité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son incrédulité face à la nouvelle était évidente. 

Η δυσπιστία του απέναντι στην είδηση ήταν εμφανής.

02

απιστία, δυσπιστία

refus de croire en une religion ou une doctrine spirituelle 
Παραδείγματα
L'incrédulité croissante dans la société inquiète les leaders religieux. 

Η αυξανόμενη απιστία στην κοινωνία ανησυχεί τους θρησκευτικούς ηγέτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store