inchangé

Ορισμός και σημασία του "inchangé"στα γαλλικά

01

αμετάβλητος, αναλλοίωτος

qui n'a pas changé, qui reste pareil qu'avant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inchangé
αρσενικό πληθυντικό
inchangés
θηλυκό ενικό
inchangée
θηλυκό πληθυντικό
inchangées
Παραδείγματα
La situation est inchangée depuis hier.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store