l'incertitude
incertitude
ɛ̃sɛʁt͡sityd
esertsityd

Ορισμός και σημασία του "incertitude"στα γαλλικά

01

αβεβαιότητα, αμφιβολία

situation où l'on ne sait pas ce qui va se passer ou ce qui est vrai 
l'incertitude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'incertitude sur l'avenir le rend anxieux. 

Η αβεβαιότητα για το μέλλον τον κάνει ανήσυχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store