Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'incertitude
01
αβεβαιότητα, αμφιβολία
situation où l'on ne sait pas ce qui va se passer ou ce qui est vrai
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'incertitude sur l'avenir le rend anxieux.
Η αβεβαιότητα για το μέλλον τον κάνει ανήσυχο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incertitude
certitude



























