Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incertain
01
μεταβλητός, ασταθής
qui varie souvent et n'est pas stable dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus incertain
συγκριτικός βαθμός
plus incertain
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incertain
αρσενικό πληθυντικό
incertains
θηλυκό ενικό
incertaine
θηλυκό πληθυντικό
incertaines
Παραδείγματα
Son engagement envers le projet est incertain.
Η δέσμευσή του στο έργο είναι αβέβαιη.
02
αβέβαιος, αμφίβολος
qui n'est pas sûr de se produire ou dont on ne peut pas être certain
Παραδείγματα
Le succès du projet est incertain.
Η επιτυχία του έργου είναι αβέβαιη.
Λεξικό Δέντρο
incertain
certain



























