incarner
incarner
ɛ̃kaʁne
ekarne
inclinerinterner

Ορισμός και σημασία του "incarner"στα γαλλικά

incarner
01

ενσαρκώνω, αντιπροσωπεύω

représenter quelque chose d'abstrait, comme une qualité ou un principe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incarne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incarnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
incarnerai
ενεστώτα μετοχή
incarnant
παθητική μετοχή
incarné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incarnions
Παραδείγματα
Elle incarne la générosité. 

Αυτή ενσαρκώνει τη γενναιοδωρία.

02

ενσαρκώνω, παίζω

interpréter un rôle dans un film, une pièce ou une série 
Παραδείγματα
Elle incarne l'héroïne du film. 

Αυτή ενσαρκώνει την ηρωίδα της ταινίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store