Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incarner
01
ενσαρκώνω, αντιπροσωπεύω
représenter quelque chose d'abstrait, comme une qualité ou un principe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incarne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incarnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
incarnerai
ενεστώτα μετοχή
incarnant
παθητική μετοχή
incarné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incarnions
Παραδείγματα
Elle incarne la générosité.
Αυτή ενσαρκώνει τη γενναιοδωρία.
02
ενσαρκώνω, παίζω
interpréter un rôle dans un film, une pièce ou une série
Παραδείγματα
Elle incarne l'héroïne du film.
Αυτή ενσαρκώνει την ηρωίδα της ταινίας.



























