Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incarner
01
ενσαρκώνω, αντιπροσωπεύω
représenter quelque chose d'abstrait, comme une qualité ou un principe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incarne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incarnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
incarnerai
ενεστώτα μετοχή
incarnant
παθητική μετοχή
incarné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incarnions
Παραδείγματα
Cette actrice incarne un féminisme moderne.
Αυτή η ηθοποιός ενσαρκώνει έναν μοντέρνο φεμινισμό.
02
ενσαρκώνω, παίζω
interpréter un rôle dans un film, une pièce ou une série
Παραδείγματα
Dans cette scène, elle incarne une femme courageuse.
Σε αυτή τη σκηνή, ενσαρκώνει μια θαρραλέα γυναίκα.



























