Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'imprimeur
01
τυπογράφος, εκτυπωτής
professionnel chargé d'imprimer des textes, des images ou des documents , que ce soit sur papier ou d'autres supports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
imprimeurs
Παραδείγματα
L'imprimeur a terminé l'impression du livre hier.
Ο τυπογράφος ολοκλήρωσε την εκτύπωση του βιβλίου χθες.



























