l'immigré
i
ɪ
i
mmi
mi
mi
gré
gʁe
gre
immigrer

Ορισμός και σημασία του "immigré"στα γαλλικά

01

μετανάστης, μεταναστής

personne  qui a quitté son pays pour s'installer dans un autre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
immigrés
αρσενικό ενικό
immigré
θηλυκό ενικό
immigrée
neutral form
migrant
Παραδείγματα
Il est un immigré venu chercher du travail en Europe. 

Είναι ένας μετανάστης που ήρθε να αναζητήσει δουλειά στην Ευρώπη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store