Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imbécile
01
ανόητος, ηλίθιος
qui manque d'intelligence ou agit de façon stupide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus imbécile
συγκριτικός βαθμός
plus imbécile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imbécile
αρσενικό πληθυντικό
imbéciles
θηλυκό ενικό
imbécile
θηλυκό πληθυντικό
imbéciles
Παραδείγματα
Il a fait une remarque imbécile.
Έκανε μια ηλίθια παρατήρηση.
L'imbécile
01
ηλίθιος, βλάκας
personne qui manque d'intelligence ou de bon sens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
imbéciles
Παραδείγματα
C'est un imbécile de ne pas écouter les conseils.
Είναι ηλίθιος που δεν ακούει τις συμβουλές.



























