imbécile
imbécile
ɛ̃besɪl
ebesil

Ορισμός και σημασία του "imbécile"στα γαλλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

qui manque d'intelligence ou agit de façon stupide 
imbécile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus imbécile
συγκριτικός βαθμός
plus imbécile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imbécile
αρσενικό πληθυντικό
imbéciles
θηλυκό ενικό
imbécile
θηλυκό πληθυντικό
imbéciles
Παραδείγματα
Il a fait une remarque imbécile. 

Έκανε μια ηλίθια παρατήρηση.

01

ηλίθιος, βλάκας

personne qui manque d'intelligence ou de bon sens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
imbéciles
Παραδείγματα
C'est un imbécile de ne pas écouter les conseils. 

Είναι ηλίθιος που δεν ακούει τις συμβουλές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store