l'ignorance
ignorance
iɲɔʁɑ̃s
iniawraas

Ορισμός και σημασία του "ignorance"στα γαλλικά

01

άγνοια, αμάθεια

état de ne pas savoir ou de ne pas connaître quelque chose 
l'ignorance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son ignorance des règles cause des problèmes. 

Η άγνοιά του για τους κανόνες προκαλεί προβλήματα.

Λεξικό Δέντρο

ignorance
ignore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store