Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hésiter
01
διστάζω
refuser ou ne pas oser accomplir quelque chose par peur ou incertitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hésite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hésitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hésiterai
ενεστώτα μετοχή
hésitant
παθητική μετοχή
hésité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hésitions
Παραδείγματα
Nous hésitons à essayer cette nouvelle méthode.
Διστάζουμε να δοκιμάσουμε αυτή τη νέα μέθοδο.
02
διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
être indécis, ne pas savoir quoi faire ou dire
Παραδείγματα
Nous hésitons à changer de stratégie.
Διστάζουμε να αλλάξουμε στρατηγική.



























