hésiter
Pronunciation
/ezite/

Ορισμός και σημασία του "hésiter"στα γαλλικά

hésiter
01

διστάζω

refuser ou ne pas oser accomplir quelque chose par peur ou incertitude
hésiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hésite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hésitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hésiterai
ενεστώτα μετοχή
hésitant
παθητική μετοχή
hésité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hésitions
Παραδείγματα
Nous hésitons à essayer cette nouvelle méthode.
Διστάζουμε να δοκιμάσουμε αυτή τη νέα μέθοδο.
02

διστάζω, αμφιταλαντεύομαι

être indécis, ne pas savoir quoi faire ou dire
hésiter definition and meaning
Παραδείγματα
Nous hésitons à changer de stratégie.
Διστάζουμε να αλλάξουμε στρατηγική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store