hésiter
hésiter
ezite
ezite
hériter

Ορισμός και σημασία του "hésiter"στα γαλλικά

hésiter
01

διστάζω

refuser ou ne pas oser accomplir quelque chose par peur ou incertitude 
hésiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hésite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hésitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hésiterai
ενεστώτα μετοχή
hésitant
παθητική μετοχή
hésité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hésitions
Παραδείγματα
Il hésite à demander de l'aide. 

Αυτός διστάζει να ζητήσει βοήθεια.

02

διστάζω, αμφιταλαντεύομαι

être indécis, ne pas savoir quoi faire ou dire 
hésiter definition and meaning
Παραδείγματα
Elle hésite avant de répondre à la question. 

Αυτή διστάζει πριν απαντήσει στην ερώτηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store