Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hésitant
01
διστακτικός, αβέβαιος
qui manque d'assurance ou qui hésite à agir ou à parler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus hésitant
συγκριτικός βαθμός
plus hésitant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hésitant
αρσενικό πληθυντικό
hésitants
θηλυκό ενικό
hésitante
θηλυκό πληθυντικό
hésitantes
Παραδείγματα
Une voix hésitante se fit entendre dans la salle.
Μια διστακτική φωνή ακούστηκε στο δωμάτιο.



























