Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hésitant
01
διστακτικός, αβέβαιος
qui manque d'assurance ou qui hésite à agir ou à parler
Παραδείγματα
Une voix hésitante se fit entendre dans la salle.
Μια διστακτική φωνή ακούστηκε στο δωμάτιο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διστακτικός, αβέβαιος