hésitant
hésitant
ezitɑ̃
ezitaa

Ορισμός και σημασία του "hésitant"στα γαλλικά

01

διστακτικός, αβέβαιος

qui manque d'assurance ou qui hésite à agir ou à parler 
hésitant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus hésitant
συγκριτικός βαθμός
plus hésitant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hésitant
αρσενικό πληθυντικό
hésitants
θηλυκό ενικό
hésitante
θηλυκό πληθυντικό
hésitantes
Παραδείγματα
Il est hésitant devant cette décision importante. 

Διστακτικός μπροστά σε αυτή τη σημαντική απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store