l'hélice
hélice
elɪs
elis
délice

Ορισμός και σημασία του "hélice"στα γαλλικά

01

έλικα, σπείρα

partie externe en forme de courbe qui borde le pavillon de l'oreille 
l'hélice definition and meaning
Παραδείγματα
Le pierceur a percé l'hélice de son oreille droite. 

Ο piercer τρύπησε την έλικα του δεξιού του αυτιού.

02

έλικας, προωθητήρας

dispositif qui tourne pour créer une poussée ou un mouvement d'air ou d'eau 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hélices
Παραδείγματα
L'hélice de l'avion commence à tourner très vite. 

Η έλικα του αεροπλάνου αρχίζει να περιστρέφεται πολύ γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store